

«Ὁ κρατῶν ὀργῆς,
κρείσσων τοῦ καταλαμβανομένου πόλιν» (Παρ. 16, 32)
Ἡ παρέα ἑτοιμαζόταν νὰ σκορπίσει, ὅταν ἐντελῶς ἀπροειδοποίη-τα ἔσκασε ἡ βόμβα.
- Τελευταία φορὰ ποὺ σᾶς ἀνέχτηκα! Δὲν πρόκειται νὰ τὸ ξανα-περάσω αὐτό! Θὰ τὸ σκεφτῶ πολὺ νὰ ξαναμπῶ στὴν παρέα σας!
Ἦταν ἡ Ἀνδρομάχη ποὺ μίλησε. Τὸ βλέμμα της πετοῦσε φωτιές. Τὸ πρόσωπό της ἦταν κατακόκκινο. Φάνταζε ἡφαίστειο ποὺ γύρευε νὰ ἐκραγεῖ. Ἡ παρέα σάστισε. Στράφηκαν ὅλοι ξαφνιασμένοι. Τὰ χαμόγελα πάγωσαν, οἱ χαιρετοῦρες κόπηκαν ἀπότομα. Τί σήμαινε τώρα αὐτό;
Εἶχαν περάσει ἕνα τόσο ὄμορφο ἀπόγευμα! Μεγάλη Πέμπτη σήμερα καὶ ἡ παρέα, ποὺ ἀπ’ τὴν Ἀθήνα βρέθηκε στὸ γραφικὸ χωριὸ γιὰ τὸ Πάσχα, εἶπαν νὰ χαλαρώσουν γιὰ λίγο. Ὁ καιρὸς ἦταν γλυκός. Πε-ριπλανήθηκαν στὴν ἀνθισμένη ὕπαιθρο, ἔτρεξαν στὸ πολύβουο δά-σος, χάρηκαν τὴν ἐαρινὴ συναυλία τῶν πουλιῶν. Τὸ δωρικὸ σφύριγμα τοῦ κότσυφα, τὸ πέταγμα τῶν τσαλαπετεινῶν μὲ τὰ πολύχρωμα φτερὰ καὶ τὰ παράξενα λοφία, οἱ στριγκλιὲς τῆς κίσσας, οἱ εὔθυμοι μελισσουργοί, ἡ ἀνοιξιάτικη ἀτμόσφαιρα, ἔφεραν στὶς ψυχές τους εὐφορία.