Ἡ ἑορτὴ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου μᾶς δίνει, ἀγαπητοί μου, εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε σύντομα ἐπάνω σ ̓ ἕνα σπουδαῖο θέμα, γιὰ τὸ μεγαλεῖο τῆς παρθενίας· γι ̓ αὐτὸ ὁμιλεῖ στὸ ἔργο του Περὶ παρθενίας, ἤτοι ἀσκήσεως (βλ. P.G. Migne 28,251-281. Β.Ε.Π.Ε.Σ. 33,59-73. Ε.Π.Ε. 11,170-215). Τὰ ὅσα λέει ἐκεῖ εὔκολα ἀκούγονται, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀκρόασι ἕως τὴν ἐφαρμογὴ εἶνε μεγάλη ἀπόστασι. Προσοχὴ λοιπόν.
Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος εἶχε ὁδηγὸ στὴν
παρθενικὴ ζωή· δάσκαλός του ἦταν ὁ μέγας Ἀντώνιος. Δηλαδή, ἕνας ἀγράμματος –ἀλλὰ
πιστὸς τηρητὴς τῶν θείων ἐντολῶν– ἔγινε δάσκαλος ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους
πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἄρα λοιπὸν ἡ
σοφία βρίσκεται στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἀναπαύθηκε
ὄχι στοὺς φιλοσόφους μὲ τὰ πολλὰ συγγράμματα, ἀλλὰ στὸν ἀγράμματο ἀσκητή. Ἔτσι
καὶ στὴν παλιὰ Ἀθήνα ἡ ψυχὴ τοῦ λαοῦ ἀναπαυόταν ὄχι τόσο σὲ μορφωμένους,
θεολόγους, ἱεροκήρυκες καὶ πνευματικούς, ὅσο σὲ κάτι ἱερεῖς σχεδὸν ἀγράμματους.
Διαβάστε τὸ βιβλίο γιὰ τὸν παπᾶ-Πλανᾶ, ποὺ ἦταν ἀμόρφωτος ἀλλὰ ἐπιβλήθηκε σὲ ὅλους
ὡς ἀληθινὸς ποιμένας τοῦ λαοῦ.
Κάποτε ὁ βασιλεύς, ὁ μέγας Κωνσταντῖνος, ἔστειλε ἐπιστολὴ στὸν ἅγιο Ἀντώνιο.
Ὁ ταχυδρόμος ἦρθε, ἐκεῖ στὴν ἔρημο, καὶ τὴν ἐπέδωσε. Τὰ πνευματικὰ παιδιὰ τοῦ Ἀντωνίου
πήδησαν ἀπὸ τὴ χαρά τους γιὰ τὴ μεγάλη τιμή. Ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε σημασία· τὴν ἄφησε
καὶ μιὰ καὶ δυὸ καὶ τρεῖς μέρες, δὲν τὴν ἄνοιγε. Λένε οἱ μοναχοί του· –Γιατί,
δάσκαλε, δείχνεις τέτοια περιφρόνησι; –Τὸ κάνω, λέει, γιὰ νὰ σᾶς ἐλέγξω. Ἔχουμε
ἐπιστολὴ ὄχι τοῦ βασιλέως ἀλλὰ τοῦ «βασιλέως τῶν βασιλευόντων» (Α ́ Τιμ. 6,15)·
ἐπιστολὴ τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἡ ἁγία Γραφή. Πῶς δὲν συγκινεῖσθε ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή;
Ἐπιστολὴ εἶνε καὶ αὐτή.
Τὸ ἴδιο ὅμως ἰσχύει καὶ γιὰ ἐμᾶς. Κυκλοφορεῖ πρὸς διάδοσιν ἐπιστολὴ δῆθεν
τοῦ ἁγίου Νεκταρίου μὲ ἀπειλή, ἂν δὲν τὴν ἀντιγράψῃς δέκα φορές, ὅτι θὰ πάθῃς
κακό. Καὶ κάθονται νύχτα – μεσάνυχτα κι ἀντιγράφουν. Αὐτὰ μὴν τὰ λαμβάνετε ὑπ ̓
ὄψιν. Εἶνε παγίδα τοῦ διαβόλου· μᾶς ἀποτρέπει ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς ἀληθινῆς ἐπιστολῆς
τοῦ Κυρίου, τῆς ἁγίας Γραφῆς δηλαδή. Ἀποκτῆστε τὴν ἱερὰ συνήθεια ν ̓ ἀντιγράφετε
τὴν ἁγία Γραφή. Κ ̓ ἐγὼ ὁ γέροντας κάθομαι καὶ τὴν ἀντιγράφω. Μ ̓ ἀρέσει· εἶνε
μεγάλο πρᾶγμα. Ἀλλιῶς ἐντυπώνεται τὸ θεόπνευστο κείμενο ὅταν διαβάζεται, καὶ ἀλλιῶς
ὅταν ἀντιγράφεται. Ἀφοῦ ἔχουμε τὸ διαμάντι, γιατί πᾶμε στὰ χαλίκια;
Ὅταν ἤμουν στρατιωτικὸς ἱερεύς, ἔφτανα στὰ φυλάκια στὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα τὴν
ἑπόμενη ἡμέρα δὲν ἦταν στὴ ζωή· σκοτώνονταν γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς πατρίδος. Ἔβλεπα
λοιπὸν ὅτι ὅλοι στὶς τσέπες τους εἶχαν –τί νομίζετε; τὴν λεγομένη Ἁγία Ἐπιστολή.
Ἔ, δὲν μποροῦσα, ἐκείνη τὴ φοβερὴ ὥρα ποὺ αὐτοὶ θυσιάζονταν, νὰ τοὺς πῶ νὰ τὴν
πετάξουν. Σὲ ἄλλες ὧρες ἔλεγα· Μὴ διαβάζετε μόνο αὐτὴ τὴν ἐπιστολή· ὑπάρχει μία
ἄλλη ἀπείρως ἀνώτερη κι αὐτὴ εἶνε ἡ ἁγία Γραφή.
Ἂν πᾷς στὰ σπίτια, σὲ ὅλα θὰ βρῇς ἐπιστολὲς ἀνθρώπων, γονέων κ.λπ.. Τὶς
κρατοῦν καὶ τὶς διαβάζουν. Ἀφήνω τὴν κατάχρησι καὶ τὴν ἀηδία μὲ ἐπιστολὲς τῶν ἐρωτευμένων·
γράφουν ἐκεῖ σελίδες ὁλόκληρες. Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἠγαπημένου
μας. Καὶ ἂν οἱ κοσμικοὶ διαβάζουν τὰ γράμματα τῶν ἀγαπητικῶν τους, ἐμεῖς νὰ
διαβάζουμε τὴν ἐπιστολὴ Ἐκείνου ποὺ πράγματι πάνω ἀπ ̓ ὅλους μᾶς ἀγάπησε «εἰς
τέλος» (Ἰω. 13,1).
Μιὰ μέρα, λέει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, πῆγαν στὸν μέγα Ἀντώνιο σοφοὶ τῆς Ἀλεξανδρείας
νὰ τὸν πειράξουν, νὰ τὸν δοκιμάσουν. Νόμισαν ὅτι θά ̓ταν εὔκολο νὰ παίξουν μαζί
του.
–Ἐμεῖς στὴν Ἀλεξάνδρεια ἔχουμε σπουδαία βιβλιοθήκη, εἶπαν. Ἐσὺ τί
διαβάζεις;
–Ἔχω, τοὺς ἀπαντᾷ, ἕνα βιβλίο ποὺ ἐσεῖς δὲν τὸ ἔχετε· τὸ ξεφυλλίζω καὶ τὸ μελετῶ.
–Μπᾶ· τί βιβλίο ὑπάρχει ἐδῶ στὴν ἔρημο;
–Ὁρίστε τὸ βιβλίο μου, λέει· ἡ φύσις ὁλόκληρη· αὐτὸ εἶνε τὸ βιβλίο μου.
Γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ἀγάπησαν τὴν παρθενία ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, τρία
βιβλία. Τὸ ἕνα εἶνε ἡ ἁγία Γραφή. Τὸ δεύτερο εἶνε ἡ φύσις, ὁ φυσικὸς κόσμος· ὁ ἥλιος,
ἡ θάλασσα, τὸ δέντρο, τὸ ἀρνάκι, ὁ γεωργός, τὸ χιόνι… Ἕνας ἱεροκήρυκας, ποὺ
περπατοῦσε μέσ ̓ στὴ Νέα Ὑόρκη, λέει· Θεέ μου, σὲ παρακαλῶ, δός μου τὴ χάρι
πίσω ἀπ ̓ ὅλα νὰ βλέπω ἐσένα. Καὶ τὸ τρίτο βιβλίο, ποὺ πρέπει συχνὰ νὰ μελετοῦμε
καὶ νὰ ἐξετάζουμε, εἶνε ἡ συνείδησί μας. Ἔτσι θὰ ζοῦμε μιὰ πνευματικὴ ζωή.
Αὐτὰ λέει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος γύρω ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, τὸν μέγα Ἀντώνιο.
Στὸ ἔργο του τώρα Περὶ παρθενίας ὁ ἅγιος πατὴρ ἀπευθύνεται σὲ γυναῖκα
παρθένο. Στὴν ἀρχὴ γράφει περὶ ὀρθοδόξου πίστεως. Κατόπιν λέει γιὰ τὴν ἀφιέρωσι
στὸ Χριστό, γιὰ τὶς μοναχικὲς ἀρετές (ταπεινοφροσύνη, νηστεία, προσευχή), γιὰ τὰ
φθοροποιὰ πάθη (καλλωπισμό, πολυτέλεια, γαστριμαργία), δίνει συμβουλές,
προτείνει προσευχές, καὶ τέλος κλείνει μὲ ἕνα ἐγκώμιο τῆς παρθενίας. Ὅσα γράφει
εἶνε πολύτιμα καὶ γιὰ ἄντρες ποὺ ἐπιλέγουν τὴν παρθενικὴ ζωή, ἀλλὰ κατ ̓ ἀναλογίαν
εἶνε ὠφέλιμα καὶ σὲ κάθε Χριστιανό.
Ρίζα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶνε ἡ ὀρθόδοξος πίστις. Ὅλοι ἂς ζητοῦμε ἀπὸ τὸν
Κύριο «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. 17,5)· δός μας, Κύριε, πίστι. Κοντὰ στὴν
πίστι χρειάζεται νὰ ἀσκοῦμε τὴν ταπείνωσι, τὴ νηστεία. Καὶ πάνω ἀπ ̓ ὅλα, λέει,
στὴν κορυφὴ νὰ ἔχουμε τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶνε τὸ ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν ἀρετῶν.
«Βαρὺ πρᾶγμα εἶνε ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ δυσβάστακτη ἡ ἐγκράτεια, ἀλλὰ τίποτα
γλυκύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸν οὐράνιο Νυμφίο» (24· P.G. Migne 28,280c).
Αὐτὰ γιὰ ἐκείνους ποὺ ζοῦν στὰ μοναστήρια εἶνε εὐκολώτερα, χωρὶς νὰ λείπουν
κ ̓ ἐκεῖ οἱ πειρασμοί. Γιὰ ὅσους ὅμως ζοῦμε στὴν κοινωνία (μέσα στὰ νοσοκομεῖα,
σχολεῖα, ἐργοστάσια κ.λπ.) ἡ δυσκολία εἶνε μεγάλη. Γι ̓ αὐτὸ μερικοὶ λένε, ὅτι
εἶνε ἀδύνατον νὰ κρατηθῇ κανεὶς καθαρὸς μέσα στὸν κόσμο κι ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾶνε
ὅλοι στὰ μοναστήρια. Δὲν συμφωνῶ, διότι αὐτὸ δὲν εἶνε σύμφωνο μὲ τὴν ἁγία
Γραφή. Ὁ παρθενικὸς βίος μπορεῖ ν ̓ ἀνθήσῃ καὶ στὸν κόσμο. Στοὺς τρεῖς πρώτους
αἰῶνες, ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔψαλλε τὸ ἐγκώμιο τῆς παρθενίας (βλ. Α ́ Κορ.
7,7,32,40), δὲν ὑπῆρχαν μοναστήρια. Δὲν καταφρονῶ τὸ μοναχισμό. Θέλω νὰ πῶ τοῦτο·
ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἕνα ἀντίθεο κράτος καταργεῖ τὰ μοναστήρια, καταλαμβάνει τὸ Ἅγιο
Ὄρος καὶ τὸ κάνει γεωργικὸ κλῆρο, τί σημαίνει αὐτό; ὅτι θὰ ἐκλείψῃ καὶ ἡ
παρθενία; Ὄχι· ἡ παρθενία ἀσχέτως τόπου καὶ χρόνου εἶνε αἰώνιο χάρισμα
φυτευμένο ἀπὸ τὸ Θεό· μπορεῖ νὰ ἀσκῆται μέσα καὶ στὴ Νέα Ὑόρκη καὶ στὸ Παρίσι
καὶ στὸ Λονδῖνο καὶ στὴ Μόσχα. Νά, στὴ ̔Ρωσία κατήργησαν τὰ μοναστήρια, ὑπῆρχε ὅμως
παρθενικὸς βίος ὡς «κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν», ποὺ λέει τὸ ᾎσμα ᾀσμάτων (2,2). Ὄχι
ὁ τόπος λοιπόν, ἀλλὰ ὁ τρόπος.
Ἔπειτα, παρθενικὴ ζωὴ ἴσον σταυρός. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε. Ἂν ὅσοι
ἐκλέγουν τὸν ἔγγαμο βίο κοπιάζουν μιά φορά, ὅσοι διαλέξουν τὸν παρθενικὸ βίο
πρέπει νὰ κοπιάσουν δυό φορές. Ἂν τὸ ῥίξουν ἔξω, τότε ἡ παρθενικὴ ζωὴ δὲν εἶνε
σταυρὸς καὶ κακοπάθεια, εἶνε καλοπέρασι.
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος συνιστᾷ προσοχή. Ἡ παρθενία εἶνε ἄνθος εὐπαθές. Ὅπως λέει
ἕνα ῥητὸ γιὰ τὸν ἄντρα «Φεῦγε ἀπὸ γυναικὸς ὡς ἀπὸ ὄφεως» (πρβλ. Σ.Σειρ. 21,2), ἔτσι
καὶ οἱ παρθένες γυναῖκες πρέπει «νὰ φεύγουν ἀπὸ ἀνδρὸς ὡς ἀπὸ ὄφεως».
Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ἡ παρθένος κινδυνεύει ὄχι τόσο ἀπὸ κοσμικοὺς ἄντρες
–αὐτὸ τὸ λένε καὶ οἱ πατέρες, ὁ Χρυσόστομος ἔχει ὁλόκληρη ὁμιλία– ὅσο πολὺ
περισσότερο ἀπὸ θρησκευτικούς, εἴτε κληρικοὺς εἴτε λαϊκούς. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ
κινδυνεύουν ἀπὸ αὐτήν. Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα παλαιὰ καὶ νεώτερα. Γι ̓ αὐτό,
ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη συναντήσεως μὲ θρησκευτικὸ πρόσωπο, ἡ συνάντησι νὰ γίνεται
παρουσίᾳ καὶ δευτέρου προσώπου ὡς μάρτυρος, γιὰ ἀσφάλεια. Ἔτσι λέει ὁ μέγας
Βασίλειος· αὐτὰ δὲν εἶνε λόγια τοῦ Αὐγουστίνου, εἶνε τῶν πατέρων ποὺ τὰ
δοκίμασαν καὶ ἔχουν πεῖρα καὶ μᾶς συμβουλεύουν.
Ἡ παρθενία εἶνε ἕνα σπάνιο φυτὸ καὶ χρειάζεται προσοχὴ γιὰ νὰ διατηρηθῇ.
Σιγὰ – σιγά, ἀρχίζεις νὰ συζητᾷς ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καί, ἐνῷ εἶσαι στὰ ἄστρα, ἀνεπαίσθητα
κατρακυλᾷς· ἡ συζήτησι ἀπὸ τὰ ἄστρα καταλήγει κάτω στὰ κόπρια. Νὰ πηγαίνετε νὰ ἐξομολογῆσθε
σοβαρά, νὰ ἔχετε τὰ μάτια σας πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ μὴ δημιουργήσετε πειρασμὸ καὶ
στὸν πνευματικό. Ἔχουμε παραδείγματα. Ποῦ νὰ καθήσουμε νὰ τὰ λέμε! ἱεροκήρυκες ἔπεσαν,
πνευματικοὶ ἔπεσαν, ἐπίσκοποι ἔπεσαν. Γι ̓ αὐτὸ φοβοῦ τὸν ἑαυτό σου. Ὄχι
ζωηρότητες καὶ ἀστειότητες. Οὔτε σκυθρωπότης, ἀλλὰ σοβαρότης. Ἔτσι νὰ ζήσετε
μέσα στὴν κοινωνία, ἐφ ̓ ὅσον ἑκουσίως ἐκλέξατε τὴν παρθενία.
Κάτι ἄλλο, στὸ ὁποῖο ὑστεροῦμε
πολὺ εἶνε, ὅτι ἡ παρθενικὴ ζωὴ θέλει δάκρυα. «Εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου»
(Ματθ. 6,6) κ ̓ ἐκεῖ κλάψε καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου καὶ γιὰ τὴν κοινωνία καὶ γιὰ τὴν
ἀνθρωπότητα, γιὰ ὅλα τὰ θλιβερὰ ποὺ συμβαίνουν. Στοὺς ὁσίους ψάλλουμε· «Ταῖς τῶν
δακρύων σου ῥοαῖς τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας…» (ἀπολυτ. ὁσίων). Καὶ ἐρωτῶ·
ὑπάρχουν δάκρυα; Δὲν ὑπάρχουν. Ξερά, κατάξερα εἶνε τὰ χωράφια μας. Βέβαια τὰ
δάκρυα εἶνε χάρισμα. Καὶ ὑπάρχουν ψυχὲς ποὺ θρηνοῦν τ ̓ ἁμαρτήματά τους μετὰ
δακρύων, ὅπως ὁ ἀπόστολος Πέτρος ποὺ «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς» (Ματθ. 26,75.
Λουκ. 22,62). Χρειαζόμαστε δάκρυα. Ὅπως λέει ὁ Γρηγόριος ὁ θεολόγος, πρέπει ἐμεῖς,
ποὺ βαπτισθήκαμε ἀλλὰ δὲν τηρήσαμε τὴν λευκότητα τῆς ψυχῆς, κυλιστήκαμε σὲ
διάφορα ἁμαρτήματα, διαπράξαμε ἐγκλήματα, νὰ χύσουμε τόσα δάκρυα ὅσο εἶνε τὸ
νερὸ τῆς κολυμβήθρας μας. Πόσο πίσω εἴμαστε. Δὲν ἔχουμε τὸ χάρισμα τῶν δακρύων;
τοὐλάχιστον νὰ ἔχουμε τὸ πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι
αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. 5,4).
Αὐτὰ μᾶς λέει ἐδῶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος.
Καὶ στὸ τέλος πλέκει τὸ ἐγκώμιο τῆς
παρθενίας.
Ἀγαπῆστε τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου· ἡ παρθενία εἶνε ζωὴ αὐστηρὴ καὶ πρέπει νὰ
κοπιάσετε διπλάσια ἀπ ̓ ὅ,τι οἱ ἔγγαμοι. Διαβαίνετε ἐν μέσῳ παγίδων πολλῶν. Νὰ
σῴζεστε, ὅπως ἡ δορκάδα ἀπὸ παγίδα (Σ. Σειρ. 27,20· βλ. Παρ. 6,5) καὶ ν ̓ ἀξιώνεστε
νὰ λέτε· «Ἡ παγὶς συνετρίβη, καὶ ἡμεῖς ἐρρύσθημεν» καὶ ἐσώθημεν (Ψαλμ. 123,7).
Ἀποφάσισες νὰ ζήσῃς παρθενικὴ ζωή; Θὰ βγῇς στὸ πέλαγος καὶ θὰ συναντήσῃς
τρικυμία μεγάλη· λογισμούς, σκέψεις, συναπαντήματα, πειρασμούς. Κ ̓ ἐνῷ ὁ ἔγγαμος
ὅταν τὸν βροῦν οἱ πειρασμοὶ καταφεύγει στὸ λιμάνι τοῦ γάμου, γιὰ σένα δὲν ὑπάρχει
λιμάνι, λέει ὁ Χρυσόστομος (βλ. Ρ.G. 51,217). Θὰ βλέπῃς τὰ λιμάνια καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέπεται νὰ πᾷς ἐκεῖ. Θὰ
κλυδωνίζεσαι ἄλλος λιγώτερο, ἄλλος περισσότερο, ἀλλὰ μὴ φοβᾶσαι· ἔχεις δίπλα
σου τὸ Χριστό, ποὺ εἶπε στὴν ἄγρια θάλασσα «Σιώπα, πεφίμωσο» (Μάρκ. 4,39), καὶ
οἱ ἄνεμοι θὰ σιωποῦν καὶ θὰ ἔρχεται γαλήνη.
Τελειώνω, ἀδελφοί μου. Κάθε πιστὸς ἂς γίνῃ ἕνας ἱεραπόστολος. Εἶνε σπουδαῖο
αὐτό. Πρέπει ὅμως προηγουμένως νὰ καταρτισθῇ. Νὰ γίνῃ πρῶτα αὐτὸς Χριστιανός. Ὅπως
λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, πρῶτα νὰ φωτιστῇ καὶ μετὰ νὰ φωτίσῃ, πρῶτα ν
̓ ἁγιαστῇ καὶ μετὰ νὰ ἁγιάσῃ ἄλλους (βλ. B ́ Ἀπολογ., ΟΑ ́· P.G. 35,480b). Ἂς προσπαθήσῃ
νὰ καταρτιστῇ πνευματικά. Μελετᾶτε ἁγία Γραφή. Θὰ σᾶς κάνω ἐρωτήσεις. Νὰ ἐξομολογῆσθε
τακτικά, νὰ λέτε τ ̓ ἁμαρτήματά σας μὲ σεμνότητα ὑπὸ
τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου.
Σᾶς ἐμπιστεύομαι στὸ Θεὸ καὶ στὸν «λόγον τῆς χάριτος αὐτοῦ» ποὺ μπορεῖ νὰ σᾶς
οἰκοδομήσῃ (Πράξ. 20,32). Χωρὶς ἐκκλησιασμὸ καὶ προσευχὴ δὲν σῴζεστε. Στὴν ἀρχὴ
νὰ πιέσετε τὸν ἑαυτό σας. Προτιμήσετε νὰ κοιμηθῆτε χωρὶς ψωμὶ παρὰ χωρὶς ἁγία
Γραφή. Καὶ παρακαλεῖτε τὸ Θεό, αὐτὰ ποὺ διαβάζετε νὰ τὰ ἐφαρμόζετε, καὶ νὰ
διαδοθοῦν σὲ ὅλο τὸν κόσμο πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτά. Ὁ Θεὸς μεθ ̓ ὑμῶν
ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου