ΓΡΑΠΤΟΝ ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ
Τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τῆς Ἀγάπης
καί τῆς Προσδοκίας
Καθώς ἡ ἀληθινή Πίστις στόν Τριαδικό Θεό εἶχε – στίς ἀρχές τοῦ 4ου μ.Χ. αἰώνα – διαδοθεῖ σχεδόν στά πέρατα τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου, ἦταν φυσικό ἡ ἀκρίβεια τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος νά κινδυνεύει. Μέσα σὲ τόσους λαούς μέ διαφορετικές γλῶσσες, μέ ποικίλες προκαταλήψεις, μέ πλῆθος παραδοσιακῶν δοξασιῶν καί – κυρίως – μέ μηδενική δυνατότητα γιά τήν κυκλοφορία τῆς γνώσης, ὑπῆρχε φόβος τό Μήνυμα τοῦ Χριστοῦ νά φτάνει ἀλλοιωμένο.
Ταυτόχρονα, ἡ πολιτική ἐπιμέλεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας στό μεγαλύτερο μέρος τῆς Οἰκουμένης, ἀπαιτοῦσε ἑνότητα καί ὁμοψυχία στό ἀπέραντο κράτος.
Ὁ διορατικός νοῦς, ἀλλά καί ἡ φώτιση ἀπό Θεοῦ, τοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου
Κωνσταντίνου, τόν ὁδήγησε νά συγκαλέσει τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στή Νίκαια,
τό 325, πριν καλά-καλά οἰκοδομήσει τή νέα πρωτεύουσά του. Μεγαλωμένος ὄχι μόνο
στήν σιδηρένια στρατιωτική πειθαρχία τῆς Ρώμης, ἀλλά καί στήν οἰκογενειακή
θαλπωρή τῆς Ἁγίας μητέρας του, τῆς μακαρίας Ἑλένης, διέσωσε τόν πυρήνα τῆς Ὀρθόδοξης
Πίστης στήν καρδιά του. Κί ὅταν ἐπικράτησε τῶν ἀντιπάλων του μέ τήν ἀνίκητη
δύναμη τοῦ Σταυρού, τό πρῶτο πού ἔκανε ἦταν νά βγάλει τήν Ἐκκλησία ἀπό τίς
κατακόμβες, τό 313, μέ τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων.
Ἡ Αὐτοκρατορία εἶχε ἠρεμήσει.
Στόν Χριστιανικό ὅμως κόσμο, ἄρχισαν νά ἀναφαίνονται οἱ πρῶτες μεγάλες αἱρέσεις.
Τότε, ὁ Μέγας αὐτός ἄνδρας τῆς Ἱστορίας ἀποφάσισε νά συγκαλέσει τούς 318 Ἱεράρχες,
ὥστε ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία νά ἀποφασίσει ποιά εἶναι ἡ σωστή Πίστις, ποιό εἶναι τό
«Σύνταγμά της». Ἔχουμε ἔτσι τό σπουδαιότερο καταστατικό κείμενο τῆς Ἱστορίας,
φωτισμένο ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, νά μείνει στούς αἰῶνες.
Στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο ἀποτυπώθηκαν τά πρῶτα 7 ἄρθρα τοῦ Συμβόλου. (Τά ὑπόλοιπα
5 θά τά συμπλήρωνε ἡ Β’).
Σέ μιά γλῶσσα ἀπόλυτης ἀκρίβειας, κατανοητή ἀπό ὅλους, ἔγινε κατορθωτό νά
κηρυχθοῦν ὅσα ἐπιτρέπεται σέ ἄνθρωπο νά γνωρίζει γιά τόν ἄπειρο Τριαδικό Θεό.
Σέ ἀναφορικό λόγο γνωρίζουμε πιά πώς ὁ Θεός εἶναι ἕνας. Εἶναι Πατέρας,
παντοκράτορας, πού δημιούργησε τά πάντα. Καί μέ τόν πιό κατηγορηματικό λόγο
μαθαίνουμε γιά τόν Υἱό Του πώς γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα πριν ἀπό τούς αἰῶνες· ἔξω
ἀπό τόν χρόνο. (Αὐτή ἡ ἀσύλληπτη ἀλήθεια, δηλαδή ἡ σχετικότητα τοῦ χρόνου, θά
χρειαζόταν πάνω ἀπό 1700 χρόνια νά «ἀνακαλυφθεῖ» ἀπό τήν ἀνθρώπινη σοφία,
δοσμένην καί αὐτή ἀπό τόν Δημιουργό).
Καί διδασκόμαστε μέ τό Ἱερό Σύμβολο πώς ὁ Υἱός εἶναι Φῶς, ἐπειδή γεννήθηκε ἀπό
τό Φῶς. Πώς εἶναι Θεός ἀληθινός, θυμίζοντάς μας τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ
μας· «Ἐγώ εἰμί τό
Φῶς, καί ἡ Ἀλήθεια, καί ἡ Ζωή».
Ἀναφέρεται στή συνέχεια τό «Πιστεύω» στό ἔργο τῆς μεγάλης ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ,
ὥστε νά φτάσει στήν Σταυρική Θυσία ὁ ἀνεξίκακος.
Καθώς εἴπαμε, τό ὑπόλοιπο Σύμβολο τό συμπλήρωσε ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος,
μέ τήν ἀναφορά στό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί τελειώνοντας μέ τήν μεγάλη Προσδοκία:
Τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί τήν παντοτινή ζωή σ᾽ ἕναν ἄλλον αἰῶνα, πού ἔρχεται,
καί πού οἱ Χριστιανοί τόν θεωροῦμε προορισμό μας!...
Πρωτ. π. Π. Μαριᾶτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου