Καμπαναριό του 15ου αιώνα στην Κεφαλονιά

Καμπαναριό του 15ου αιώνα στην Κεφαλονιά
Αγαπητοί επισκέπτες καλώς ήλθατε.
Μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας, να αποστέλλετε και να μοιράζεστε κρίσεις, σχόλια, απόψεις, στην ηλεκτρονική διεύθυνση :
amalgamaparamythias@gmail.com

Με εκτίμηση,
Η Ομάδα Διαχείρισης


Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ. Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ

(Από τον φοιτητή Θεολογίας κ. Σοφό Μιχάλη)
 
Δεν θα παύση η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία, να αναδεικνύη αγίους έως της συντελείας του αιώνος. Χαίρει η Εκκλησία διά τους νεοφανείς αγίους, εξαιρέτως δε, διά το νέκταρ το γλυκύτατον της εναρέτου ζωής, το πολύτιμον σκεύος των δωρεών του Παναγίου Πνεύματος, τον Θεοφόρον Ιεράρχη, τον Άγιον Νεκτάριον επίσκοπον, Πενταπόλεως.
Ο Άγιος του Θεού, γεννήθηκε την 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης κι έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Οι γονείς του ήταν ο Δημοσθένης Κεφάλας κι η Μαρία Κεφαλά. Η μητέρα του ήταν πολύ ευσεβής και όταν ο Άγιος ήταν πέντε ετών του δίδαξε τον ν' ψαλμό του Δαβίδ. Όταν ο Αναστάσιος έφθανε στον στίχο " διδάξω ανόμους τας οδούς σου" τον επαναλάμβανε πολλές φορές, σαν να ήξερε πόσο καθοριστικός θα ήταν ο ρόλος του αργότερα.
Για λόγους οικονομικούς αφού τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο στην πατρίδα του, έφυγε σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών για την Κωνσταντινούπολη, και προσελήφθη ως υπάλληλος σε συγγενικό κατάστημα με μόνη αμοιβή στέγη και τροφή. Παρά τις δύσκολες συνθήκες βρίσκει καταφύγιο στη μελέτη, τη μόνιμη στη ζωή του συντροφιά και, μάλιστα, όσα από τα ρητά τα θεωρούσε ωφέλιμα για τους αγοραστές του, τα σημείωνε στα περιτυλίγματα του καπνού. Αργότερα εργάστηκε ως παιδονόμος στο Αγιοταφικό Μετόχι της Πόλης, όπου διευθυντής ήταν ο θείος του. Αγαπούσε και συμμετείχε σχεδόν κάθε ημέρα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Ο πόθος διά την Μοναχική Πολιτεία ήταν διακαής.
Το 1868 σε ηλικία είκοσι ετών φεύγει από την Πόλη και μεταβαίνει στην Χίο και υπηρετεί ως γραμματοδιδάσκαλος στο Λιθί, έως το 1873, όπου προσέρχεται στην Νέα Μονή και μετά από τριετή δοκιμασία λαμβάνει στις 7 Νοεμβρίου 1876 το αγγελικό σχήμα με το όνομα Λάζαρος. Στις 15 Ιανουαρίου (ημέρα της βαπτίσεώς του) το 1877 χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο και μετονομάζεται σε Νεκτάριο. Στην Χίο φοιτά στο Γυμνάσιο, αλλά ο σεισμός του 1881 τον αναγκάζει να έρθει στην Αθήνα, όπου στο Βαρβάκειο δίνει τις απολυτήριες εξετάσεις, ως κατ' οίκον διδαχθείς και παίρνει το απολυτήριο
Το 1881 ταξιδεύει στην Αλεξάνδεια, όπου συναντά τον πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος τον παροτρύνει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, κάτι που γίνεται εφικτό με την οικονομική υποστήριξη των αδελφών Χωρέμη. Το 1882 πήρε την υποτροφία του κληροδοτήματος Α.Γ. Παπαδάκη. Πήρε το πτυχίο του τον Οκτώβριο του 1885 με βαθμό "καλώς".

Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος από τον Αλεξανδρείας Σωφρόνιο. Στις 6 Αυγούστου του ιδίου έτους χειροθετείται Μέγας Αρχιμανδρίτης και Πνευματικός και τοποθετείται στην Πατριαρχική Αντιπροσωπεία Καΐρου. Εργάζεται συνεχώς με ζήλο και αυταπάρνηση. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας τον αμείβει με το ύπατο αξίωμα. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 χειροτονείται μητροπολίτης Πενταπόλεως, στον Άγιο Νικόλαο Καΐρου (ο οποίος ανακαινίστηκε ριζικώς υπό του Αγίου), από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, τον πρώην Κερκύρας Αντώνιο και τον Σιναίου Πορφύριο. Ως μητροπολίτης συνέχισε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, χωρίς μάλιστα να πληρώνεται, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης του Πατριαρχείου. Έλαβε ενεργό μέρος για τις εκδηλώσεις της 50ετηρίδος της αρχιερατείας του ευεργέτη και προστάτη του Πατριάρχη, που έμελλε να γίνει διώκτης του. Με μεγάλη ταπείνωση δέχτηκε το αξίωμα της αρχιερωσύνης και είναι αξιοσημείωτο να αναφέρωμεν τι έλεγε προς τον Κύριο: "Κύριε διατί με ανύψωσες εις τοσούτον μέγα αξίωμα; Εγώ σου εζήτησα να γίνω μόνον Θεολόγος κι όχι Μητροπολίτης. Εκ νεαράς ηλικίας Σου εζήτησα να γίνω ένας απλός εργάτης του Θείου Λόγου Σου, και Συ, Κύριε, τώρα με δοκιμάζεις με τόσα πράγματα. Αλλ' υποτάσσομαι, Κύριε, εις το θέλημα Σου, και δέομαι: καλλιέργησε εντός μου την ταπεινοφροσύνην και τον σπόρον των λοιπών αγίων αρετών, δι' ων τρόπων γνωρίζεις, και αξίωσόν με να ζήσω πάσας τας επί γης ημέρας μου συμφώνως προς τους λόγους του μακαρίου Παύλου, όστις λέγει: "Ζω Δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός". Και ο Κύριος εισάκουσε τη δέηση του ταπεινού Ιεράρχου. Οι αρετές του Αγίου διεδόθηκαν παντού και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θησαυρό που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο δημιουργός της κακίας, ο διάβολος, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του. Πράγματι κάποιοι φιλόδοξοι κληρικοί που είχαν εισχωρήσει στο περιβάλλον του ενενηντάχρονου Πατριάρχη διέβαλαν τον Άγιο ότι δήθεν ξεσηκώνει το λαό και επιδιώκει να αναλάβει τον Θρόνο της Αλεξανδρείας. Μάλιστα υπαινίχθησαν και ηθικές παρεκτροπές του δικαίου Νεκταρίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την παύση του Αγίου από τη Διεύθυνση του Πατριαρχικού Γραφείου και … του επέτρεπαν να λαμβάνει μέρος τροφής εν τη κοινή τραπέζη μετά των ιερέων και να διαμένει στο οίκημα της Πατριαρχικής Επιτροπείας. Μετ' ολίγον αποπέμπεται από την Αίγυπτο με την αιτιολογία " μη δυνειθείς να εξοικειωθή προς το κλίμα της Αιγύπτου". Μάταια ζήτησε να συναντήσει τον Πατριάρχη. Οι πιστοί εθλίβησαν που στερήθησαν τον " συμπαθέστατον των Αρχιερέων και τον αγαθώτατον και δραστηριώτατον των κληρικών".
Εδέχθη ο θείος πατήρ την αδικίαν ταύτην και πικρή δοκιμασία εν πολλή ευχαριστία προς τον Κύριον και ανεχώρησε από την Αίγυπτο κι ήλθε στην Αθήνα το 1889, χωρίς χρήματα και απογοητευμένος αναζητώντας εργασία, αδυνατώντας να πληρώσει ακόμη και τα ενοίκια στην Νεάπολη (Εξάρχεια). Μετά από αγώνες καταφέρνει να πάρει μία θέση ιεροκήρυκος στην Εύβοια. Τον Ιούλιο του 1893 μετατίθεται στην νομό Φθιωτοφωκίδος όπου εργάζεται ακάματα για μόλις έξι μήνες, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις. Τον Μάρτιο του 1894 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Εργάζεται με ζήλο Θεού για την εμφύτευση του ιερού ζήλου της ιεροσύνης στους ιεροσπουδαστές του, αλλά και την επαγγελματική τους αποκατάσταση, την αναμόρφωση του αναλυτικού προγράμματος της σχολής, ακόμη και για την καλυτέρευση του φαγητού και την άθληση. Κατάφερε να χορηγούνται τέσσερις υποτροφίες κάθε χρόνο για μαθητές προερχόμενους από τη Μικρά Ασία. Το κυριότερο είναι ότι αποτελεί για αυτούς ένα ζωντανό παράδειγμα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη λατρευτική ζωή και ανέδειξε ως λατρευτικό κέντρο το ναό του Αγίου Γεωργίου της Ριζαρείου και τη σχολή πνευματικό ίδρυμα προσκαλώντας επιστήμονες να δίνουν διαλέξεις. Η προσευχή του ήταν το σημαντικότερο λίπασμα για την άνθηση της σχολής. Παράλληλα ασκούσε και λειτουργικό, κηρυκτικό, εξομολογητικό και φιλανθρωπικό έργο. Σχετίζεται με τον παπα-Πλανά και παίρνει μέρος στις αγρυπνίες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου όπου έψαλαν οι Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης. Τον Ιούλιο του 1898 επισκέπτεται για πρώτη φορά το Άγιο Όρος. Διέμεινε για ένα μήνα και επισκέφτηκε τα κυριότερα μοναστήρια και σκήτες. Συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Γέροντα Δανιήλ με τον οποίο διατήρησε μία πολύχρονη φιλία. Επίσης συνεδέθη με τον π. Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη ο οποίος αργότερα διαδέχθηκε τον Άγιο Σάββα της Καλύμνου στην πνευματική καθοδήγηση της μονής στην Αίγινα. Το επόμενο καλοκαίρι (Αύγουστος 1898) ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και την γενέτειρά του Σηλυβρία. Είχε την ευκαιρία να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας της Σηλυβριανής και τους τάφους των γονέων του. Το 1904 έγινε πραγματικότητα η επιθυμία του για ίδρυση γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, αρχικά αποτελουμένης από τέσσερις αδελφές. Ο Άγιος δεν έπαυε να τις κατευθύνει πνευματικά, να τις στηρίζει ηθικά και οικονομικά. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1908 υπέβαλε την παραίτησή του από τη διεύθυνση της Ριζαρείου λόγω ασθενείας.
Αφοσιώνεται στην καθοδήγηση των μοναχών, στην ανοικοδόμηση της μονής, στη συγγραφή και στην πνευματική και οικονομική στήριξη των αδυνάτων κατοίκων του. Οι δοκιμασίες όμως δεν σταμάτησαν. Για ποικίλους λόγους η επίσημη αναγνώριση της μονής δεν ήλθε παρά μόνο όταν ο Άγιος είχε κοιμηθεί. Επιπλέον, κατηγορήθηκε για ανηθικότητα από τη μητέρα μίας κοπέλας που κατέφυγε στη μονή να μονάσει. Όλες αυτές τις δοκιμασίες τις βίωνε με απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό και είναι χαρακτηριστικό πως μία από τις προσφιλείς ασχολίες του ήταν η φιλοτέχνηση σταυρών στους οποίους έγραφε " Σταυρός μερίς του βίου μου".
Η υγεία του Αγίου ήταν πάντα εύθραυστη. Από τις αρχές του 1919 η πάθηση του προστάτη άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά από παράκληση των μοναχών εισάγεται στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρεταίειο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε για πενήντα ημέρες. Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920, προς το μεσονύκτιο παρέδωσε πλήρης ουρανίου γαλήνης την μακαρία ψυχή του εις χείρας Θεού ζώντος, τον οποίο αγάπησε εκ νεότητος και δι' όλου του βίου εδόξασεν, σε ηλικία 74 ετών. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ευώδες μύρον έκβλυζε από το πρόσωπό του. Αυθημερόν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο Μοναστηράκι του κι εψάλη η εξόδιος ακολουθία και ετάφη εν συρροή κλήρου και λαού.
Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα κατά τα επόμενα χρόνια και για είκοσι και πλέον έτη το σώμα του ήταν σώον και αδιάφθορον, εκχέον την άρρητον ευωδίαν της αγιότητος ως μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος. Αλλ' ύστερον διελύθη, κρίμασιν οις οίδεν ο Θεός, ως διελύθησαν πολλά αδιάφθορα λείψανα αγίων. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του, υπό του Μητροπολίτη Ύδρας Προκοπίου, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Το 1961 έγινε η επίσημος αναγνώρισις του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
"Μέγας ο Κύριος ημών και της μεγαλοσύνης Αυτού ουκ έσται πέρας, ο δοξάζων τους δοξάσαντας αυτού" ως αψευδώς επηγγήλατο. Όντως ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο Άγιος του αιώνος μας, ο γλυκύς, ο πράος, ο ανεξίκακος, ο ταπεινός και διά τούτο έλαβε και λαμβάνει τόση χάρη από τον Κύριος της Δόξης. Ο συμπαθής Άγιος να παρέχει ενί εκάστω, εν παντί και πάντοτε την πατρική και σωστική αντίληψίν του και βοήθειαν. Αμήν.

 
Η διακονία στη Ριζάρειο
Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως- Η πρώτη αγία Μορφή των καιρών μας, του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου, Αθήνα 1998, σελ. 188- 198)

Καθήκοντα στη Ριζάρειο ανέλαβε στις 10 Μαρτίου 1894, αφού προηγουμένως έδωσε "την νόμιμο διαβεβαίωση ενώπιον του νομάρχου Αττικής και Βοιωτίας". Γράφει η εφημερίδα "Ακρόπολις" της ιδίας ημέρας: "Σήμερον αναλαμβάνει τα καθήκοντα αυτού ο νεωστί διορισθείς διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής πρώην μητροπολίτης Πενταπόλεως. Ο νέος διευθυντής της Σχολής είναι εις εκ των μάλλον μορφωμένων κληρικών μας και διετέλει μέχρι τούδε ιεροκήρυξ του νομού Φθιώτιδος". Επίσης η "Νέα Εφημερίς" έγραψε την επομένη: " Αφίκετο και ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού ο νέος διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής σεβ. Μητροπολίτης Πενταπόλεως, γνωστός και διά τον χαρακτήρα και διά τα φώτα αυτού, απολαμβάνων υπολήψεως και τιμής εν τω ημετέρω κλήρω". Η επίσημη εγκατάστασή του έγινε την Κυριακή, 13 Μαρτίου 1894. Έγραψε η "Εστία" της εσπέρας της ίδιας ημέρας: "Σήμερον περί την 10 1/2 ώραν παρουσία του Υπουργού Παιδείας, του Σ. Μητροπολίτου και της ολομελείας του διοικητικού Συμβουλίου της Ριζαρείου Σχολής εγένετο η εγκατάστασις του νέου διευθυντού της σχολής Σ. Μητροπολίτου Πενταπόλεως κ. Νεκταρίου Κεφαλά". Στις 14 Μαρτίου η "Εφημερίς", έγραψε: "Πανηγυρικώς εγένετο χθες η εγκατάστασις του νέου διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής, πρώην Μητροπολίτου Πενταπόλεως Σ. Νεκταρίου Κεφαλά. Κατά ταύτην παρήσαν το Διοικητικό Συμβούλιον αυτής, ο Σύλλογος των καθηγητών και πολλοί άλλοι. Ο Σεβασμιώτατος κ. Νεκτάριος Κεφαλάς, μετά την λειτουργίαν, τελεσθείσα εν τη εκκλησία της Σχολής, εδέχθη εν τη Μεγάλη Αιθούση τα συγχαρητήρια των ανωτέρω και εξεφώνησε σύντομο λόγο, δι' ου ηυχαρίστησε το Συμβούλιο (…) Αποτεινόμενος εις τους μαθητάς της Σχολής, παραινετικούς απήυθυνε λόγους και υπέδειξεν οποία καθήκοντα επιβάλλονται εις αυτούς (…) Ο δε εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Δ. Χασιώτης αντεφώνησε, εκφράσας την πεποίθησιν, ότι η Σχολή διά του νέου Διευθυντού της θα επανακτήση την πρώτην αυτής λαμπρότητα και ότι διά της ομονοίας και της ειρήνης θα εισέλθη η Σχολή εις την κανονικήν τροχιάν της, αγλαούς αποφέρουσα καρπούς".
Το θρησκευτικό περιοδικό της εποχής εκείνης "Σωτήρ", γνωστό για τις προσπάθειές του για την αναγέννηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, σχολιάζοντας την προσωπικότητα του νέου διευθυντή της Ριζαρείου έγραφε: " Χρηστότης ηθών, διοικητική ικανότης, επιστημονική μόρφωσις, αγαθότης και ευγένεια τρόπων, ιδού εν ολίγοις αι αρεταί, αίτινες κοσμούσι τον Σεβ. Ιεράρχην".
Όταν ανελάμβανε τη διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής, ο Πενταπόλεως Νεκτάριος βρισκόταν στην ώριμη ηλικία των 48 ετών και η πνευματική του ακτινοβολία ήταν ήδη έντονη και φυσικά με το πέρασμα του χρόνου γινόταν ακόμη μεγαλύτερη. Να πως φυσιογνωμικά τον περιέγραψε το 1948 -πριν ακόμη ανακηρυχθεί επίσημα άγιος- ένας παλαιός, της περιόδου 1902-1907, μαθητή του:
Ανάστημα κανονικόν (…) Πρόσωπον εις το οποίον ημιλλάτο η αρμονική αναλογία των μερών με την γλυκύτητα της εκφράσεως. Από τους γαλανούς οφθαλμούς του διεχύνετο μία ακτινοβολία, όμοια με το ανοιξιάτικο γλυκοχάραμα. Και το ακτινοβολούν εκείνο πρόσωπο εστεφανούτο από χιονόλευκη συμμετρικήν γενειάδα. Ήτο ωραία Βιβλική μορφή.
Ο Άγιος Νεκτάριος παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, που προερχόταν τόσο από την φύση του παιδαγωγικού έργου και την ποικιλία προέλευσης των μαθητών (στη Σχολή φοιτούσαν και παιδιά πολλών ευπόρων αθηναϊκών οικογενειών κλπ., που δεν ενδιαφέρονταν για να ιερωθούν, αλλά μαθήτευαν σε αυτή επειδή το ποιοτικό της επίπεδο ήταν πολύ υψηλό), όσο και από την απιστία των καιρών, αλλά και από επεμβάσεις του Συμβουλίου της Σχολής, διηύθυνε- το σημαντικότερο μετά τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών- εκκλησιαστικό αυτό εκπαιδευτήριο για δεκατέσσερα συνεχή χρόνια, χωρίς ποτέ ν' απουσιάζει από τη θέση του, με αισθήματα ανθρωπιστικά, όπως αυτά τα γνώριζε από τη δαψιλή μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, με αγάπη Χριστού, με πατρική στοργή, πολλή φρόνηση και ενδιαφέρον ανύστακτο, με προσευχή διαρκή, προκειμένου να επιτύχει την αποστολή του. Αναφέρεται πως όταν ένας μαθητής έκανε κάποιο σοβαρό παράπτωμα, ο Άγιος θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο, προσευχόταν εκτενώς και υποβαλλόταν σε αυστηρή νηστεία. Το μέτρο αυτό είχε επίδραση στους ευαίσθητους μαθητές, οι οποίοι συνήθως μεταμελούνταν και απέφευγαν να επαναλάβουν τις αταξίες τους. Αλλά και όταν, σπάνια, ήταν αναγκασμένος, να επιβάλει κάποια ποινή, στεναχωρούνταν πολύ, ιδίως μάλιστα όταν έβλεπε πολλοί σημαίνοντες να παρεμβαίνουν υπέρ αυτών. Έγραφε στις μοναχές της Αίγινας: "Πλην της στενοχωρίας ταύτης (έλλειψη χρημάτων να στείλει στο μοναστήρι) είχον και ετέρα πολύ σπουδαίαν, ήτις και αύτη σήμερον έπαυσε. Εδίωξα εκ της Σχολής τέσσερας μαθητάς, δύο της τετάρτης τάξεως και δύο της πέμπτης, οίτινες μετά ένα μήνα ακριβώς θα ελάμβανον το δίπλωμά των. Οι υπέρ αυτών ενδιαφερόμενοι ήσαν ισχυροί, αλλ' επί τέλους σήμερον απεβλήθησαν, αλλ' άνευ πράξεως αποβολής", η οποία αποβολή, ας σημειωθεί, θα τους στιγμάτιζε και θα τους ακολουθούσε στη σταδιοδρομία τους. Ο Πενταπόλεως δεν υπήρξε ποτέ εκδικητικός ούτε ήθελε την εξόντωση εκείνων που παρεκτρέπονταν, παράλληλα όμως ήταν και ανυποχώρητος στην διαφύλαξη της ηθικής και του κύρους της Ριζαρείου, ως Εκκλησιαστικής Σχολής.
Λίγα χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, το Πολυμελές Συμβούλιο του Ιδρύματος, σύμφωνα με τα Πρακτικά του, επισημαίνει "τον προς την Σχολήν ζήλον του Σεβασμιωτάτου Διευθυντού, την αφοσίωσιν αυτού προς αυτήν και την ευδόκιμον υπηρεσίαν του, προς δε και ότι άνευ ιδίας αμοιβής διδάσκει μαθήματα εν τη Σχολή". Αργότερα, ένας από τους εκτελεστές της διαθήκης του Γ. Ριζάρη, ο Νικόλαος Ράδος, έγραψε πως "ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Πενταπόλεως κ. Νεκτάριος Κεφαλάς (…) διευθύνει μέχρι του νυν ως άριστα τα της Σχολής". Επίσης, ο διάδοχός του στη Ριζάρειο, Χρυσόστομος Παπαδόπουλος έγραψε για το έργο του:
Ευτυχώς (…) η Ριζάρειος Σχολή, διά του διευθυντού Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου, ένεκα του κύρους αυτού ως Ιεράρχου, επανεύρε την εσωτερικήν αυτής γαλήνη και διά του εκλεκτού αυτής διδακτικού προσωπικού εχώρησε προς τα πρόσω, μετά της συνήθους αυτή μεγάλης πνευματικής επιδόσεως. Ο διευθυντής αποκατέστησε τελείως τον εκκλησιαστικόν χαρακτήρα της εσωτερικής ζωής της Σχολής.
Ο αρχιμ. Ιωακείμ Σπετσιέρης, που είχε φοιτήσει στη Ριζάρειο και πρίν την ανάληψη της διεύθυνσης από τον Άγιο Νεκτάριο, γράφει:
Και είναι αληθές ότι προ του διορισμού του Πενταπόλεωs ωs διευθυντού, η Ριζάρειος Σχολή ευρίσκετο πάντοτε εν ταραχή. Μόλις ομωs ανέλαβε την διεύθυνσιν ούτοs, ειρήνευσεν αύτη κα, έλαβε την κανονικήν της κατεύθυνσιν.
Ο Δανιήλ ο Κατουνακιώτης (1844-1829), αναφερόμενος το 1918 στην εκκλησιαστική εκπαίδευση, αναφέρει ότι ένας από εκείνους που με πολύ ορθόδοξο πνεύμα και χριστιανική μαρτυρία επιτέλεσαν το έργο τους ήταν και ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.
Αλλά και ο παλαιός τρόφιμος της Σχολής και κατόπιν Υφηγητής του Πανεπιστημίου Σοφοκλής Λώλης έγραψε:
Επί Νεκταρίου εθραύσθησαν αι αντιδικίαι μεταξύ Υπουργείου και Συμβουλίου της Σχολήs και έπαυσαν αι συχναί, μέχρι λεπτομερειών, επεμβάσεις του Συμβουλίου εις τα καθήκοντα του Διευθυντού και των καθηγητών.
Ειδικότερα:
Θεωρώντας ο Άγιος Νεκτάριος ως κύριο έργο του την καλλιέργεια στους ιεροσπουδαστές ζέουσας πίστης και την εμφύτευση ιερού ζήλου για την ιεροσύνη, ήδη, από τις 16 Ιουνίου 1894, κατά την πρώτη, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, επίσημη ομιλία του, ενώπιον του μητροπολίτη Αθηνών, αρχιερέων, εκπροσώπου του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και των εφόρων της Σχολής, αναφέρθηκε στην αξία του Έλληνα ιερέα και υποδείκνυε πως η Σχολή δεν ήταν δυνατόν να επιτελέσει αποτελεσματικά το ειδικό έργo της, αν δεν λαμβάνονταν μέτρα, ανάμεσα στα οποία και η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων της ως τον χρόνο της χειροτονίας τους.
Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα έλεγε τον Ιούνιο του 1905 στην προσφώνησή του "προς τους αποφοιτώντας εξ αυτής μαθητάs":
Προς υμάς ήδη τουs αποφοιτώντας της Σχολήs στρέφω τον λόγov, προς υμάς τους επ' ευλογίαις απερχομένους του ιερού τούτου καθιδρύματοs, όπερ επί πενταετίαν όλην ως τέκνα φιλόστοργα διέθρεψε, διεπαιδαγώγησε και εξεπαίδευσε. Προς υμάs στρέφω τον λόγον, διότι υμείς εστέ ο καρπός πολυετούs πολυμόχθου φροντίδος κα, αδιαλείπτου μερίμνης του τε Σ. Συμβουλίου, των κυρίων καθηγητών και εμού. Υμείς εστέ το τέλος και ο σκοπός τηs ιεράς ταύτης Εκκλησιαστικής Σχολής, της ιδρυθείσης υπό των αειμνήστων Ριζαρών Μάνθου και Γεωργίου, όπως χορηγή τη Εκκλησία αξίους λειτουργούς και ιερείς του Θεού του Υψίστου. Η Σχολή εξεπλήρωσε το οποίον ανέλαβεν έργον ως προς υμάς μετά πάσης ακριβείας και αγαθής συνειδήσεως. Ήδη απόκειται υμίν να επιστέψητε το έργον της αποστολής της εκθρεψάσης υμάς Σχολής, της υμετέραs ιεράς τροφού, και πληρώσητε ταs προσδοκίας πάντων των υπέρ υμών εργασθέντων, οίτινες ουδέν έτερον παρ' υμών ζητούσιν, ή την πλήρωσιν του έργου, ειs o εκλήθητε, και τηv τήρησιν των υμετέρων υποσχέσεων. Οι υπέρ υμών πονήσαντες ουδέν έτερον εύχονται, ή να ίδωσιν υμάς ημέραν τινά αγαθούς και εναρέτους ιερείs, κοσμούντας τας τάξεις του κλήρου, εργαζομένους υπέρ της Εκκλησίας του Χριστού και πονούνταs υπέρ της εξαπλώσεως του έργου αυτού.
'Οθεν οφείλετε να αναδειχθήτε εν τω βίω της δράσεως άξιοι μεν της Σχολής τρόφιμοι, άξιοι λειτουργοί της Εκκλησίας και των δικαίων τηs Εκκλησίας και της Πατρίδος ικανοί υπέρμαχοι. Εξερχόμενοι της Σχολής ταύτης εισέρχεσθε εν τω σταδίω του ηθικού αγώνος, εν ω οφείλετε να αγωνισθήτε και να νικήσητε. Ο αγών ήδη απέβη κρατερός, διότι προs πολλούs και ισχυρούς πολεμίους της πίστεως και της πατρίδος έχετε να ανταγωνισθήτε, διότι φορά μεν και κατακλυσμός ετεροδόξων προσηλυτιστών κατέχει ήδη σύμπαν το ελληνικόν, ο δε των καθ' ημάς χρόνων υλισμός πανταχού εν τω βίω αγωνίζεται να καθαιρέση τας ιδέας του αληθούς και του δικαίου, του αγαθού και του θεοφιλούς, μεθ' ων αρρήκτως τα του ανθρώπου ιδεώδη και ο πνευματικός βίος συνάπτονται και η αληθής αυτού ευδαιμονία συνδέεται, πλήθος δε παντοίων απαιτητών και διεκδικητών αλλοτρίων της κληρωθείσης ημίν από αιώνων χώραs, εν η έζησε και έδρασεν υπέρ του πολιτισμού της ανθρωπότητος ελληνισμός. Οι εχθροί ούτοι εισίν σήμερον ουχί οι ασυνετώτεροι, ώσπερ πρότερον, αλλά οι κακονούστεροι και εν ταις ενεργείαις αυτών συνετώτεροι. Το πλήθος των πολεμίων και το μέγεθος τηs αξίας των κτημάτων της πίστεως και της πατρίδοs, ων ουδέν τιμιώτερον τω ανθρώπω, επιβάλλει υμίν την υποχρέωσιν τηs αμύνης μετά σθένουs και αυταπαρνήσεως προς διάσωσιν αυτών κινδυνευόντων και παράδοσιν τούτων τοις επιγόνοις σώων και ασφαλών. Προς τοιούτον αγώνα η ιερά αύτη Ακρόπολις, εν η επί πενταετίαν εξεπαιδεύθητε και εγυμνάσθητε, παρεσκεύασεν ικανώς και καθώπλισεν υμάς δι' όλων των αναγκαίων ηθικών και πνευματικών όπλων, όπως επιτυχώς αγωνισθήτε υπέρ του έργου της Εκκλησίας ημών.
Εκ της διδασκαλίας του μαθήματος της Ποιμαντικής έγνωτε την ιερότητα του ιερατικού αξιώματος, τηv περιωπήν της τιμής, τηv μεγάλην αξίαν και το δυσθέατον ύψος αυτού, έγνωτε την θείαν χάριν, ην έχει και μεταδίδωσι, και την υπερφυσικήν αυτού δύναμιν, έγνωτε ότι οι ιερείς εισίν οι του Χριστού στρατιώται, οι το έργον της σωτηρίας απεργαζόμενοι. Έγνωτε ότι οι ιερείς εξ ανθρώπων λαμβανόμενοι υπέρ ανθρώπων καθίστανται τα προς τον Θεόν.
Μη λοιπόν πλανηθήτε εκ τηs ρεούσηs δόξηs του κόσμου, μη απηυδήσητε εν τω έργω της υπομονής και της θλίψεως, ίνα μη στερηθήτε της τιμής της κληρωθείσης υμίν.
Ενδεικτική του αγωνιώδους ενδιαφέροντος του Αγίου για την πληρέστερη κατάρτιση των μαθητών του και την προσέλευσή τους στις τάξεις του ιερού κλήρου, είναι και η επιστολή που είχε απευθύνει στις 4 Ιουνίου 1894 στον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη, στον οποίο έθετε το πρόβλημα και πρότεινε συγκεκριμένες λύσεις, όπως είναι η αναπροσαρμογή της ύλης του σχολικού προγράμματος, η απασχόληση των αποφοίτων ως δασκάλων μέχρι το τριακοστό έτος της ηλικίας τους που θεωρείται ως ο κατάλληλος χρόνος χειροτονίας τους, η ικανοποιητική ρύθμιση των αποδοχών τους ως μορφωμένων ιερέων κ.λπ. Επίσης πρότεινε στη Σχολή την εισαγωγή του μαθήματος των Γεωπονικών, ώστε οι απόφοιτοι να είναι και ευρύτερα ωφέλιμοι στην κοινωνία, αλλά και να μπορούν με τις γνώσεις που θα αποκτούσαν για την καλλιέργεια της γης να βοηθούνται βιοποριστικά, αφού, όπως είναι γνωστό, τότε οι ιερείς δεν μισθοδοτούνταν από το κράτος. Και όλα αυτά ταυτόχρονα με την άοκνη φροντίδα του για τη βελτίωση της διατροφής και την άθληση των ιεροσπουδαστών.
Παράλληλα, δεν έπαυε σε κάθε ευκαιρία να τονώνει περισσότερο και το εθνικό συναίσθημα των ιεροσπουδαστών, αφού πίστευε ειλικρινά, όπως και παραπάνω είδαμε, στην ιδιαίτερη αποστολή του Έλληνα και μάλιστα του Έλληνα ιερέα, χωρίς να παραλείπει να προβαίνει και σε συγκεκριμένες άλλες ενέργειες. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά δύο από αυτές. Η πρώτη: Όταν στις 18 Οκτωβρίου του 1904 έγινε γνωστός ο θάνατος του μακεδονομάχου Παύλου Μελά (13 Οκτωβρίου 1904), έγιναν, εκτός των άλλων, όπως διαπιστώνει κανείς από την ανάγνωση των εφημερίδων της εποχής, και παλλαϊκά μνημόσυνα. Σ' αυτό, που τελέστηκε στις 22 Οκτωβρίου στη μητρόπολη των Αθηνών, παρέστησαν και οι Ριζαρείτες, ενώ, στη συνέχεια, έρανος μεταξύ των καθηγητών και μαθητών της Σχολής υπέρ της Μακεδονίας απέφερε το ποσόν των 155 δρχ. Τέλος, στις 21 Μαίου του 1905 στην εκκλησία της Ριζαρείου έγινε και άλλο μνημόσυνο "υπέρ των εν Μακεδονία πεσόντων". Και η δεύτερη: Με ενέργειές του πέτυχε τη χορήγηση κάθε χρόνο τεσσάρων υποτροφιών σε μαθητές προερχομένους από τη Μ. Ασία, ενώ είχε στενή συνεργασία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής και πρόεδρο του Μικρασιατικού Συλλόγου "Η Ανατολή" Μαργαρίτη Ευαγγελίδη.
Γενικά, για το πως αντιλαμβανόταν ο Άγιος τον ρόλο του Έλληνα μας πληροφορεί η ομιλία του με θέμα Περί κλήσεως και αποστολής του 'Ελληνος, που έγινε πάλι στη Ριζάρειο, κατά την απονομή των διπλωμάτων των απολυθέντων ιεροσπουδαστών το 1906, εποχή που ο Μακεδονικός Αγώνας βρισκόταν σε έξαρση. Νομίζει κανείς πως ο Άγιος Διευθυντής της μιλάει για τη σημερινή εποχή. Τόνιζε ανάμεσα στα άλλα:
Εν τοις έθνεσιν επεκράτησεν εθνικός τις εγωισμός ζητών να επικρατήση αυτός μεταξύ πάντων, δεν εσεβάσθη ούτε θεία ούτε ανθρώπινα δίκαια και εκήρυξε πόλεμον κατά τε των θείων και ανθρωπίνων δικαίων, ανακηρύξας ως δίκαιον το εαυτού συμφέρον και ωs δικαιοσύνην την εαυτού ισχύν (...) Ο Σταυρός ην και έσται εσαεί τω Έλληνι το σύμβολον των ηθικών και θρησκευτικών αρχών αυτού, υπέρ ων ηγωνίσθη και ας τω αίματι αυτού υπεστήριξεν. Διά του Σταυρού το ελληνικόν έθνος περιεγένετο τον κατακλυσμόν, του κατακλύσαντος τα αρχαία έθνη (...) Το ελληνικόν άρα έθνος οφείλει εν συναισθήσει γενόμενον της κλήσεως και της αποστολήs αυτού να εργασθή πρώτον, όπως τελειωθή αυτό εν σοφία και αρετή, εν τη επιγνώσει των θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων, και δεύτερον, όπως εργασθή υπέρ των αδελφών και των πλησίων αυτού, συνεχίζων ούτω το έργον των ευκλεών αυτού προγόνων, των ανεγνωρισμένων ευεργετών της ανθρωπότητος (...) Η πατρίς και η εκκλησία έχει σήμερον υπέρ ποτέ ανάγκην ανδρών αφοσιωμένων εις τας αρχάς του Σταυρού, ανδρών ακαταπονήτων, ανδρών ζώντων ουχί δι' εαυτούς, αλλά διά το γέvos και τηv εκκλησίαν. Εις υμάς, αγαπητοί μαθηταί, προσβλέπει η σχολή και το έθνος και η εκκλησία ημών αναμένει την φιλοπάτριδα εργασίαν και την λόγω και έργω υποστήριξιν των αρχών της αληθείας, των αρχών του δικαίου και των δικαίων της πατρίδος και της εκκλησίας.
Πέρα από όλα αυτά, στην καθημερινή αναστροφή του στη σχολή, απλός και ταπεινός ο Διευθυντής της δεν δίσταζε, δίνοντας το καλό παράδειγμα, ν' ασχοληθεί και ο ίδιος προσωπικά με διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, ακόμα και με την καθαριότητα κοινοχρήστων χώρων, πράγμα που άλλοι ούτε θα διανοούνταν να κάνουν, και αδιαφορώντας αν καμιά φορά μερικοί εκμεταλλεύονταν την καλοσύνη του ή του ζητούσαν ν' ασκήσει τα καθήκοντά του με μεγάλη αυστηρότητα. Η διαμόρφωση του κήπου της σχολής είναι δικό του δημιούργημα. Γράφει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος: "Κατέστη δυνατόν, δι' ατρύτων αληθώς μόχθων του Διευθυντού, να καλλιεργηθή και διακοσμηθή ο κήποs τηs Σχολήs". Ένας μαθητής της περιόδου 1892-1897 έγραφε αργότερα ότι πολλές φορές ιεροσπουδαστές μελετούσαν "εν τω αγροκηπίω της Σχολής παρά τηv κρήνην του τέως διευθυντού αγίου Πενταπόλεως κ. Νεκταρίου παρά τας αειθαλείς μυρσίνας".
Βασικότατο στοιχείο της σχολικής παιδαγωγικής πράξης o Άγιος θεωρούσε την ύπαρξη έντονης λατρευτικής ζωής. Η Ριζάρειος, που τότε οι διδακτηριακές της εγκαταστάσεις βρίσκονταν, όπως αναφέραμε, στήν οδό Βασιλίσσης Σοφίας (τότε οδός Κηφισίας), είχε γίνει επί των ημερών του σπουδαίο λατρευτικό κέντρο, αφού πολλοί ήταν εκείνοι, που συναγωνίζονταν να προμηθευτούν μια άδεια εισόδου και να παρακολουθήσουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου τη Θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές ακολουθίες.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τα όσα έγραφε η εφημερίδα των Αθηνών "Πρωία" για τον εορτασμό της εκκλησίας και την τέλεση του καθιερωμένου μνημοσύνου υπέρ των Ιδρυτών το 1896:
Εν τω ναώ της Ριζαρείου Σχολής ετελέσθη χθες μετά μεγάλης ευλαβείας και τάξεως το ετήσιον μνημόσυνον των αοιδίμων ιδρυτών αυτής. Το κατάστημα ην μυρτοστόλιστον, αι εικόνες δε του αειμνήστου Γεωργίου Ριζάρη εστεμμέναι δι' ανθέων. Εν τω ναώ παρίστατο το τε διοικητικόν και πολυμελές συμβούλιον της σχολής, οι καθηγηταί, οι μαθηταί και πολλο, άλλοι χριστιανοί. Η ακολουθία εψάλη μετά πολλής της κατανύξεως και μουσικής αρμονίας χοροστατούντος του σεβ. ιεράρχου και ευδοκίμου διευθυντού της σχολής κ. Νεκταρίου και βοηθούντος του διακεκριμένου μουσικού κ. Σακελλαρίδου διά του πολυτίμου ταλάντου του εξαίροντος τας ψυχάς των εκκλησιαζομένων μέχρι τον θείου ύψους. Πάντες οι μαθηταί ευγνωμονούντες ήνουν τον Θεόν και τους μεγάλους ιδρυτάs υπέρ των ψυχών των οποίων πάντες απερχόμενοι του Ναού και της Σχολής διαπύρως ηύχοντο.
Σ' αυτά ας προστεθούν και οι κατά καιρούς διαλέξεις, που γίνονταν σ' αυτή από σπουδαίους επιστήμονες και οι οποίες ανέβαζαν σημαντικά το κύρος της και την έκαναν ακτινοβόλο πνευματικό ίδρυμα. Επίσης μεγάλη υπήρξε η φροντίδα του Αγίου και για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της Σχολής. Σώζεται, π.χ., έγγραφο του Σχολάρχη, με το οποίο ευχαριστεί τον υποπρόξενο της Αμερικής και έφορο της Ριζαρείου σχολής Λ. Νικολαίδη για τη δωρεά 479 βιβλίων, ενώ ταυτόχρονα του στέλνει κι αυτός ως αντίδωρο, για να τα διαθέσει κατά βούλησιν από πέντε αντίτυπα των βιβλίων του Ιερά Κατήχησις, Ποιμαντική και Επικαί και ελεγειακαί γνώμαι.
Επιπλέον ο ίδιος, πέρα από τη διαρκή και γνήσια συμμετοχή του στις εκκλησιαστικές συνάξεις, προσευχόταν αέναα για τους νεαρούς βλαστούς της Ριζαρείου. Έγραψε παλαιός μαθητής:
Τας δε νυκτερινάς ώρας, ότε η Σχολή ησύχαζε τελείως και οι πάντες εκοιμώντο, ελέγετο ότι ο Νεκτάριος κατήρχετο εκ του δωματίου του και εξήρχετο της Σχολής και εκεί έξω χαμηλά εις την νοτίαν έξοδον της Σχολής, κατά τον κήπον, υπό παντοίας καιρικάς συνθήκας γονυπετής προσηύχετο επί μακρόν πλησίον του φυλασσομένου διά σιδηρού κιγκληδώματος μικρού χώρου, όπου ήτο φυτευμένος φοίνιξ. Εις τον χώρον τούτον ήτο άλλοτε μικρόν παρεκκλήσιον.
Την όλη αγαθή επιρροή του Αγίου επάνω στους μαθητές επιμαρτυρούν και οι τρόφιμοι της Σχολήs , πολλοί από τους οποίους διακρίθηκαν ως επίσκοποι, πρεσβύτεροι, καθηγητές Πανεπιστημίου, καθηγητές μέσης εκπαίδευσηs, δάσκαλοι, δημόσιοι υπάλληλοι, επιχειρηματίες, κλπ. Ενδεικτικά μνημονεύουμε, σημειώνοντας και τον χρόνον που φοίτησαν στη Ριζάρειο, τους επισκόπους Κίτρους Παρθένιον Βάρδακα (1894-1895), Κισάμου και Σελίνου Άνθιμο Λελεδάκη (1894-1895), Πάφου Ιάκωβο Αντζουλάτο (1894-1897), Τρίκκης και Σταγών Πολύκαρπο Θωμά (1894-1897), Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεωs Γερμάνο Χατζηανέστη (1895-1899), Αρδαμερίου Καλλίνικο Κρεατσούλη(1896-1901), Βερατίου και κατόπιν αρχιεπίσκοπον Αλβανίας Χριστόφορο Κίσση (1897-1898), Δρυινουπόλεως Χριστόφορο Χατζή (1900-1907), Φωκίδος Αθανάσιο Παρίση (1903-1908), Αργολίδοs Ιωάννη Παπασαράντου (1904-1908), Περιστεράς Ευστάθιο Σκάρπα (1904-1908), Καρυστίας, και Σκύρου Ανανία Μάνο (1907-1908) και Πέτρο Τζοβάνη επίσκοπο στην Αλβανία, που μετά την εγκατάσταση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Χότζα εκτελέστηκε, τους αρχιμανδρίτες Ιωακείμ Σπετσιέρη (1894-1897) και Γερβάσιο Παραασκευόπουλο (1905- 1907), τους πρεσβυτέρους Κωνσταντίνο Ρωμανό (1895-1898), Νικόλαο Μυλωνά (1896-1901), Μάρκο Τσακτάνη (1902-1908), Άγγελο Νησιώτη (1904-1908), Ηλία Μπερτόλη (1904-1908) και Θεμιστοκλή Παπακωνσταντίνου (1904-1908), τους θεολόγους πανεπιστημιακούς καθηγητές και ακαδημαϊκούς Γεώργιο Σωτηρίου (1895-1899), Νικόλαο Λούβαρη (1900-1903) και Παναγιώτη Παπαϊωάννου - Μπρατσιώτη (1902 -1907), τον καθηγητή της φιλοσοφίας Χαράλαμπο Γιερό (1903-1907) κ. ά.
 
 
 
Η Κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου
(Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου: Ο άγιος του αιώνα μας -Ο όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς- Αφηγηματική Βιογραφία. Έκδοσις Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης. Δεύτερη Έκδοση- Διορθωμένη. Σελ. 269-274) 
 
Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο για έναν γέροντα καλόγερο, από την Αίγινα.
Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δυο καλόγρηες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μια από τις δυο καλόγρηες, έφυγε.
Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.
"Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;"
Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.
"Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας.
"Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ο καλός θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές."
"Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο..."
Η καλόγρηα τον ανακύτταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.
Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.
Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.
Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιληά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.
Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχίσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα, τον καλούσε.
"Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος."
" Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.
Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.
Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.
"Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, πού είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο...
Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε ! ... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.
"Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;"
Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε !
Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.
Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... δεσπότης!
Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.
Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείιων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.
Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δυο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογίς - λογίς διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.
Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμι κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.
Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε !
Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφφες το μπαμπάκι, τόφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι τόκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.
Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" στο πλωριό κατάρτι.
Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.
Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός ιερομόναχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.
Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι oι ιερομόναχοι, όλες oι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια.
Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.
"Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφισες ορφανές και μόνες;"
Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.
Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι.
Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.
Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι.
Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο - θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.
Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιες και δροσερές παρθένες. Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.
Το μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογίς άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν.
Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής.
Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τόνοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:
"Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφίσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο".
Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια θεϊκή δύναμη και χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία!
Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.
"Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει".
Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.
" Σεβασμιώτατε", ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.
"Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά.
" Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε", ψιθύρισε.
"Τι μυρίζει;"
"Λιβάνι και αλόη."
"Τότε μη φοβείσαι και διά το λείψανον."
Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - μύρο.
Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι,άκουσε την παράδοξη φωνή : "άφισε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του.
Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω.

 ΠΗΓΗ : http://www.i-m-patron.gr/agiosnektarios/


       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου