
«Οὐαί! Τέκνα μου ἀγαπητά, δυστυχεῖς ἀπόγονοι τῶν Ἑλλήνων. Ἐσυντρίφθη, τέλος πάντων καἰ ὁ Ῥωμαικός ζυγός καὶ οἱ Ῥωμαίοι αὐτοκράτορες ἐκρημνίσθησαν ἀπό τοῦ Βυζαντίου τόν θρόνον. Ἀλλά τοὺς ἐκρήμνισαν τίνες; Τύραννοι ἀσυγκρίτως καὶ βαρβαρώτεροι καὶ σκληρότεροι ἀπ’ ἐκείνους∙ καὶ οἱ ταλαίπωροι Γραικοὶ ἀντὶ νὰ ἀναψύξωσιν, ἔκλιναν ἐλεεινῶς τὸν αὐχένα ὑποκάτω εἰς ζυγὸν τόσον βαρύν, τόσον ἀπάνθρωπον ὥστε νὰ ποθήσωσι τὸν Ρωμαϊκὸν ζυγόν». Αὐτόθι, σελ. 171. «Οἱ Ἕλληνες ἔπαθαν, διὰ τὰς διχονοίας των, τὴν δυστυχεστάτην ἀπ’ ὅλας τὰς πολιτικὰς μεταβολάς, τὴν στέρησιν τῆς προγονικῆς αὐτονομίας καὶ ἰσονομίας, κ’ ἐδέθησαν εἰς τὸν ζυγὸν τῶν Ρωμαίων, ὅστις ἔμελλε νὰ φέρη ἔπειτα τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῶν Γραικορωμαίων αὐτοκρατόρων, καὶ τελευταῖον τὸν ὁποῖον σήμερον ἀπετινάξατε ἀνυπόφορον ζυγὸν τῶν Τούρκων». Αὐτόθι, σελ. 173. «Ἡ κατάρατος αὕτη φιλαρχία ἐγέννησε τὴν διχόνοιαν, διήγειρε τὰς πόλεις καὶ τοὺς πολίτας κατ’ ἀλλήλων, ἄναψε τῶν ἐμφυλίων πολέμων τὴν πυρκαϊάν, καὶ ὑπέταξε τοὺς Ἕλληνας πρῶτον εἰς τοὺς Μακεδόνας, ἔπειτα εἰς ξένον ἔθνος τοὺς Ρωμαίους καὶ τελευταῖον εἰς τὸ βαρβαρώτερον καὶ ἀγριώτατον ὅλων τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου τοὺς Τούρκους».


